Το ξεπέρασμα της θρησκείας και της μεταφυσικής
στην Ελληνική κλασική σκέψη
Η αμφισβήτηση της θρησκείας και η συνακόλουθη έλλειψη πίστης στην ύπαρξη οποιωνδήποτε «ανωτέρων» οντοτήτων, ή «άλλων κόσμων» μεταφυσικής υφής, αποτελεί αποκλειστικά Ελληνική πνευματική και ψυχική κατάκτηση. Από την ανάδυση της επιστημονικής σκέψης στις ελληνικές πόλεις της Ιωνίας, μέχρι τον Σοφιστικό Διαφωτισμό (όπου ολοκληρώθηκε ο πρώτος και σημαντικότερος κύκλος του ελληνικού επιστημονικού στοχασμού), η σημασία και η αξιοπιστία της θρησκείας για την ανθρώπινη αναζήτηση και εξέλιξη ακολούθησαν μια σαφώς φθίνουσα πορεία. Έπρεπε να περάσουν πάνω από δύο χιλιετίες και να φτάσουμε στον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, για να ξαναβρεί η Σκέψη το χαμένο νήμα, που θα τη συνέδεε με τους πρωτοπόρους του ανθρωπίνου είδους, που απελευθερώθηκαν από τη θρησκεία.
Μιά φορά ήταν ο Μύθος
Ο Μύθος αποτελεί την πρωταρχική προσπάθεια του ανθρώπου να κατανοήσει τον Κόσμο και γι’ αυτό έχει μια εγγενή λογική λειτουργία. Αποτελεί την πρωτογενή εκδήλωση της ανθρώπινης λογικότητας και περιλαμβάνει την παρατήρηση της φύσης (ζωή, θάνατος, χρόνος κ.λπ.), την καταχώρηση αξιοσημείωτων γεγονότων (φυσικές καταστροφές, μετακινήσεις πληθυσμών κ.α.) και εκφράζει τα διάφορα στρώματα του συλλογικού ψυχισμού (αρχέτυπα, συμβολισμοί κλπ.). Ωστόσο στην πορεία και λόγω των περιορισμένων γνωστικών μέσων, που υπήρχαν στην εποχή τής διαμόρφωσής του, ο Μύθος παρεκτράπηκε στο ψυχολογικό φαινόμενο της θρησκείας. Η παρεκτροπή του Μύθου σε θρησκεία αποτελεί τόσο παγκόσμιο φαινόμενο, όσο και η ίδια η γέννησή του.
Η ποιητική διάβρωση τη Θρησκείας
Χάρη στους ποιητές, στην Ελλάδα συναντάμε τον πιο λεπτοδουλεμένο και καλαίσθητο πολυθεϊσμό (1). Οι ποιητές δεν ήσαν βέβαια άθεοι αλλά χειρίστηκαν τον Μύθο με ελευθεριότητα και παρενέβησαν αποφασιστικά στη διαμόρφωσή του. Οι παρεμβάσεις τους οδήγησαν σε έναν προχωρημένο ανθρωπομορφισμό, τόσο ώστε στον περίφημο ομηρικό ύμνο στη Δήμητρα (στίχοι 310-314) να ομολογείται ότι, οι θεοί έχουν ανάγκη την απόδοση λατρείας από τους ανθρώπους: «Και θα εξαφάνιζε ασφαλώς το γένος όλο των φθαρτών ανθρώπων (ενν. η Δήμητρα) με φοβερό λιμό και το λαμπρό προνόμιο δώρων και θυσιών θα το στερούσεν απ’ αυτούς που κατοικούν τα Ολύμπια ανάκτορα, εάν ο Ζευς δεν το εννοούσε και δεν το συλλογιόταν» (βλ. Ομηρικοί Ύμνοι, εκδόσεις Βιβλιοπωλείου της Εστίας, νεοελληνική απόδοση Ελένης Λαδιά, Δημήτρη Παπαδίτσα). Επίσης ο ανθρωπομορφισμός έφερε συχνότατα τους ανθρώπους σε ανταγωνιστική, ή και συγκρουσιακή σχέση με τους θεούς. Η μυθοπλαστική παρέμβαση των ποιητών θεωρήθηκε ασέβεια από μεταγενέστερους συγγραφείς, όπως ο Πλάτων που προέτρεψε στην απαγόρευση της διδασκαλίας του Ομήρου.Η αποθρησκειοποίηση του Μύθου
Τον στ΄ αι. π.Χ. (δηλ. σε μια εποχή που το σύνολο περίπου της Μυθολογίας έχει χονδρικά διαμορφωθεί) γίνεται η πρώτη καταγεγραμμένη προσπάθεια επαναφοράς του Μύθου στις αρχικές ορθολογικές του προδιαγραφές. Η προσπάθεια αυτή ξεκίνησε στις Ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας.
Οι πρώτοι φιλόσοφοι-επιστήμονες (Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης κ.ά.) πέτυχαν να αποκαθάρουν τον Μύθο από την θρησκευτική-δεισιδαιμονική κρούστα, την οποία είχε επισυσσωρεύσει κατά την μακραίωνη διαδικασία της διαμόρφωσής του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η πρωταρχική μυθική κατανόηση του Κόσμου επέστρεψε στις -ερευνητικές- πηγές της και επέτρεψε να αναδυθεί από μέσα της η επιστημονική κατανόηση.
Η Επιστήμη αποτελεί τέκνο και συνέχεια του Μύθου αλλά, αυτό έγινε κατορθωτό μόνον όταν οι πρώτοι Έλληνες επιστήμονες απελευθέρωσαν τις θεμελιώδεις έννοιες του (π.χ. Κόσμος, Ανάγκη, Χάος, Έρως, θείον κλπ.) από τη θρησκεία, μετατρέποντάς τες έκτοτε σε επιστημονικές υποθέσεις εργασίας. Εξακολούθησαν να χρησιμοποιούν την μυθική ορολογία, δίνοντάς της όμως εντελώς διαφορετικό, επιστημονικό, περιεχόμενο.
|
Η γενικότερη αντίληψη των προσωκρατικών περί θείου δεν είχε καμία σχέση με την συνήθη του περισσότερου κόσμου: για τους περισσότερους προσωκρατικούς το θείον ήταν απλώς μια επιστημονική υπόθεση εργασίας και όχι κάτι με το οποίο συνδιαλέγονταν μέσω κάποιας λατρευτικής, ή άλλης πρακτικής. Ειδικά στα φερόμενα ως αποσπάσματα των φυσικών φιλοσόφων (Θαλής, Δημόκριτος, Ηράκλειτος κ.α.), δεν θα βρούμε καμία προτροπή σε λατρεία του θείου (κάτι που, αντιθέτως, συναντούμε συχνά σε μυστικιστές όπως ο Πυθαγόρας).
|
Συνεχιστές των πρώτων Ελλήνων επιστημόνων υπήρξαν οι λεγόμενοι Σοφιστές. Αποτελούν το τελευταίο και μεγαλύτερο κύμα του κλασικού επιστημονικού στοχασμού και η κοσμοϊστορικής σημασίας δράση τους έχει πιστοποιηθεί τουλάχιστον στην Αθήνα του ε΄ αι. π.Χ.. Αν οι Φυσικοί Φιλόσοφοι της Ιωνίας είχαν αποθρησκειοποιήσει τον Μύθο, οι Σοφιστές σαν άξιοι συνεχιστές τους απομυθοποιούν τη θρησκεία.
Η όλη διαδικασία (αποθρησκειοποίηση του Μύθου και απομυθοποίηση της θρησκείας) αποτελεί ένα εξελικτικό άλμα πρωτόγνωρο στην ανθρώπινη ιστορία. Η προέλευση της θρησκείας αναζητάται με ψυχρό επιστημονικό τρόπο στον ανθρώπινο φόβο, στην αφέλεια και στην άγνοια: ήδη κατά τον εισηγητή της ατομικής θεωρίας Δημόκριτο από τα Άβδηρα, μόνο ο φόβος, που προξενούσε η βροντή, η αστραπή και τα παρόμοια φαινόμενα έκανε τους ανθρώπους να σκέφτονται, ότι τα προκαλούν κάποιοι θεοί (Σέξτος Εμπειρικός, Προς μαθηματικούς, IX 24) ενώ ο σοφιστής Πρόδικος από την Κέα τοποθετεί την αρχή της θρησκείας, στο ότι τα ωφέλιμα και ευεργετικά πράγματα, είτε αποδίδονταν σε κάποιον θεό (ιατρική, θέατρο κ.α.) είτε –συχνότερα- θεωρούνταν τα ίδια θεοί (Ήλιος, φωτιά, κρασί κλπ.) (3).
|
Αν οι Φυσικοί Φιλόσοφοι της Ιωνίας είχαν αποθρησκειοποιήσει τον Μύθο, οι Σοφιστές
σαν άξιοι συνεχιστές τους απομυθοποιούν τη θρησκεία. Η όλη διαδικασία (αποθρησκει-οποίηση του Μύθου και απομυθοποίηση της θρησκείας) αποτελεί ένα εξελικτικό άλμα πρωτόγνωρο στην ανθρώπινη ιστορία.
|
Οι Σοφιστές (π.χ. ο Πρωταγόρας από τα Άβδηρα στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο) χρησιμοποιούν συχνά τον Μύθο για να εκφράσουν τη σκέψη τους, όπως οι πνευματικοί πρόγονοί τους φιλόσοφοι εκφράζονταν ποιητικά μέσα από τις θεμελιώδεις έννοιες του Μύθου. Ο ακραίος ανθρωπομορφισμός του ελληνικού Μύθου (ο οποίος έλαβε διαστάσεις ανυπέρβλητης καλλιτεχνικής αισθητικής) είχε ήδη προετοιμάσει το έδαφος για το γνωστό ανθρωποκεντρικό απόφθεγμα του Πρωταγόρα «πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος, των μεν όντων ως έστιν, των δε ουκ όντων ως ουκ έστιν»: πλέον δεν αναγνωρίζονται απόλυτες αλήθειες και άρα τα πάντα είναι σχετικά και υπό έρευνα (ακόμη και τα θεωρούμενα ως αυτονόητα). Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι νόμοι, οι θεοί κ.λπ. δεν είναι παρά συμβάσεις, που ποικίλουν ανάλογα με τις ανθρώπινες εκτιμήσεις και ανάγκες.
|
Μέσω τής αντίθεσης νόμου- φύσης η θρησκεία δέχεται πλέον μια ευθεία επίθεση: ο Πλάτων παραπονείται (Νόμοι889e) για τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό εκείνων που ισχυρίζονται ότι, «οι θεοί είναι ανθρώπινες επινοήσεις που δεν υπάρχουν στη φύση αλλά υπάρχουν μόνο χάρις στα έθιμα και στους νόμους και επιπλέον διαφέρουν από τόπο σε τόπο και ανάλογα με τη συμφωνία που έκανε η κάθε ανθρώπινη ομάδα όταν θέσπιζε τους νόμους της». Το παραπάνω απόσπασμα του Πλάτωνα μαρτυρεί την σημαντική επίδραση των Σοφιστών στην αθηναϊκή κοινωνία, η οποία εκδηλώθηκε ως απροκάλυπτη αθεϊα σύγχρονου τύπου. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε, ότι στην Αρχαία Ελλάδα σημειώνεται η πρώτη εμφάνιση του Αθεϊσμού στην Ιστορία.
|
sd
Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε, ότι στην Αρχαία Ελλάδα σημειώνεται η πρώτη εμφάνιση του Αθεϊσμού στην Ιστορία.
|
![]() |
Πρωταγόρας, ο σοφιστής, που με μια μόνο φράση «προσγείωσε» ανώμαλα και μια για πάντα, τους «μεταφυσικούς» όλων των εποχών. Δεν είναι ανεξήγητο, που δεν έχει διασωθεί τίποτε από όσα έγραψε.
|
Η κατάσταση της Θρησκείας στην Κλασική Εποχή
Η διαμόρφωση της ελληνικής θρησκείας σε θρησκεία της πόλης, αποτελεί το προτελευταίο στάδιο της κατάπτωσής της (το τελευταίο είναι η γελοιωδέστατη θεοποίηση των Μακεδόνων βασιλιάδων και η ελληνιστική θεοποίηση της τύχης). Η θρησκεία έχει απωλέσει σε μεγάλο ποσοστό τον πρότερο «αγνό» αγροτικό της χαρακτήρα και έχει μπει πλέον για τα καλά στην υπηρεσία των πολιτικών σκοπιμοτήτων και ειδικά της εξωτερικής πολιτικής: βρισκόμαστε στο σημείο όπου ο Αθηναίος προσεύχεται στην Πρόμαχο Αθηνά για να ξεκοιλιάσει τον Σπαρτιάτη, ο οποίος προσεύχεται για τον ίδιο λόγο στην Χαλκίοικο Αθηνά. Φυσικά αυτά θυμίζουν ήδη θρησκείες νεώτερου τύπου (βλ. χριστιανισμό). Ενώ λίγο πριν τη μακεδονική επικράτηση σημειώνεται και η εμφάνιση τού φαινομένου των αποκληθέντων «ιερών πολέμων» μεταξύ διαφόρων πόλεων, για τον έλεγχο του διεφθαρμένου (κατά περίπτωση περσόφιλου, σπαρτιατόφιλου, μακεδονόφιλου κλπ.) μαντείου των Δελφών.
|
Η παλινδρόμηση της Ελληνιστικής κοινωνίας στη Θρησκεία
Η φυγή των Σοφιστών δασκάλων από την πνευματική πρωτεύουσα όλων των εποχών, την Αθήνα, συνοδεύτηκε από φαινόμενα θρησκευτικής παλινδρόμησης. Ενώ στον ε΄ αι. π.Χ. έχουν διαπιστωθεί πολύ λίγα παραδείγματα πίστης στην μαγεία, στον δ΄ αι. πρακτικές όπως η «κατάδεσις» (για τις κατάρες), ή οι μαγικές επιθέσεις (το γνωστό «βουντού», με κέρινα, τότε, ομοιώματα) παρουσιάζουν μια ραγδαία διάδοση (7).
|
Η Φιλοσοφία τους τελευταίους προχριστια-νικούς αιώνες είχε καταντήσει φλύαρη μεταφυσική. Οι πιο πολλοί φιλόσοφοι ασχολούνταν με τον μυστικισμό, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο στον Χριστιανισμό. Ο Πλωτίνος (γ΄ αι. μ.Χ.) στην προσωπική του ζωή ασκήτευε, φαίνεται όμως, πως τόσο πολύ είχε απομονωθεί, ώστε ενίοτε πάθαινε παρακρούσεις. Δίδασκε, ότι ο άνθρωπος προσωρινά μένει στον επίγειο κόσμο, ο προορισμός του είναι να φύγει και να συναντηθεί με το θεό, το οποίο μπορεί να επιτύχει μόνο με καθαρμούς, με ασκητικό βίο και με το βυθισμό του σε έκσταση. Επι πλέον αρνιόταν να γιορτάσει τα γενέθλιά του, διότι πίστευε, ότι η ημέρα των γενεθλίων πρέπει να είναι ημέρα πένθους. Το ίδιο ακολούθησε κι ο χριστιανισμός αργότερα, που γιορτάζει την ημέρα θανάτου –κι όχι γέννησης- του κάθε αγίου.
|
Από τότε η διαβολή κατά των Σοφιστών δεν έχει σταματήσει. Εναντίον τους, οι θρησκευόμενοι όλων των εποχών και όλων ανεξαιρέτως των θρησκειών -οι οποίοι υπό άλλες συνθήκες αλληλοσφάζονται- υπήρξαν ανέκαθεν σύμμαχοι. Τα έργα των Σοφιστών δεν χρειάστηκε να καταστραφούν, όπως άλλων (π.χ. όπως αυτά των, πιό συμβιβαστικών με τη θρησκεία αλλά όχι και με τους μεταφυσικούς μπαμπούλες, Επικουρείων) από τον χριστιανικό σκοταδισμό, αφού ήδη είχαν σταματήσει να αντιγράφονται και άρα να διατηρούνται στις βιβλιοθήκες. Αυτή η έλλειψη συντήρησης τού έργου των Σοφιστών (καθώς και αυτού τών προκατόχων τους, Φυσικών φιλοσόφων) οφειλόταν σε επιλογή τού προχριστιανικού κόσμου, που τελικώς δεν κατόρθωσε να υπερβεί τούς φόβους του απέναντι στο «υπερφυσικό» και στην πλήρη υπαρξιακή ελευθερία. Αντιθέτως, έργα π.χ. σαν τού μεγάλου αντιπάλου τών Σοφιστών, δηλαδή τού Πλάτωνα, διατηρήθηκαν γιατί εξυπηρετούσαν τη θρησκοληψία, τόσο της Αρχαίας, όσο και -με λίγες τροποποιήσεις – της Χριστιανικής Εποχής.
|

NI DIEU NI MAITRE: ΟΥΤΕ ΘΕΟΣ ΟΥΤΕ ΑΦΕΝΤΗΣ
Ένα από τα γνωστότερα συνθήματα του Μάη του ’68. Ο συσχετισμός Θρησκείας – Εξουσιασμού είχε θεμελιωθεί για πρώτη φορά στην Ιστορία από το Διαφωτισμό των Σοφιστών του ε΄ αι. π.Χ.. Ο απεγκλωβισμός της πολιτικής σκέψης από τη Θρησκεία υπήρξε ένα από τα ανεκτίμητα κληροδοτήματα των Σοφιστών προς την Ανθρωπότητα. Το κληροδότημα αυτό είχε επιμελώς αποκρυφθεί επί χιλιετίες και επανανακαλύφθηκε μόλις στην πολύ πρόσφατη εποχή. Σαν έναν ελαχιστότατο φόρο τιμής στα πιο ελεύθερα και άφοβα πνεύματα που ανέδειξε ποτέ η ανθρωπότητα, κλείνουμε με ένα απόσπασμα από το συναρπαστικό φιλοσοφικό μυθιστόρημα του Αμερικανού Ρόμπερτ Πίρσινγκ «Το Ζεν και η τέχνη της συντήρησης της μοτοσυκλέτας»(10): «Και τα κόκκαλα των Σοφιστών έγιναν σκόνη εδώ και αιώνες κι αυτά που είπαν έγιναν σκόνη μαζί τους κι η σκόνη τους θάφτηκε κάτω από τα ερείπια τής Αθήνας μέσα απ’ την παρακμή και την πτώση της και την παρακμή και την πτώση της Μακεδονίας, της Αρχαίας Ρώμης, του Βυζαντίου, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τις πιο σύγχρονες πολιτείες. Κι η σκόνη τους θάφτηκε τόσο βαθιά με τόση τελετουργία και κακία […]»
Σημειώσεις(1) James Hillman, Ο Παν κι ο εφιάλτης, εκδόσεις Αρχέτυπο 2003.(2) «Τόνδε κόσμον, τον εαυτόν απάντων, ούτε τις θεών ούτε ανθρώπων εποίησεν αλλ’ ην αεί και έσται πυρ απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα». Καταβάλλεται προσπάθεια από διάφορους απλοϊκά σκεπτόμενους, («νεοδωδεκαθεϊστές») που προσπαθούν να αιτιολογήσουν τον ελληνικό πολιτισμό ως δήθεν οφειλόμενο στην ελληνική θρησκεία, να παρουσιαστή ο Ηράκλειτος ως… θρησκευόμενος. Τα κυριότερα επιχειρήματά τους έχουν να κάνουν με την ιδιότητά του ως ιερέως της Ελευσινίας Δήμητρος και με το ότι δήθεν αφιέρωσε το σύγγραμμά του Περί Φύσεως στον ναό της Αρτέμιδος στην Έφεσο. Η αλήθεια, που σκοπίμως παραλάσσεται είναι, ότι ο Ηράκλειτος έφερε κληρονομικά (=αναγκαστικά) το αξίωμα του ιερέως της Ελευσινίας Δήμητρος (λόγω της αθηναϊκής καταγωγής του πατέρα του), το οποίο όμως παραχώρησε στον αδελφό του και ότι κατέθεσε (και δεν αφιέρωσε) το βιβλίο του «Περί Φύσεως» στον ναό της Αρτέμιδος (το κατέθεσε εκεί για φύλαξη ώστε, να μην πέση σε ανίερα χέρια, όπως αναφέρει ο Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων).(3) Για τις απόψεις του Πρόδικου βλ. Κικέρων De Natura Deorum 1, 42, 118, Σέξτος Εμπειρικός Προς Μαθηματικούς. 9, 18 και 39-41 και 51. Για μια εκτεταμένη παρουσίαση της στάσης των σοφιστών απέναντι τη θρησκεία βλ. το, πλήρες παραπομπών, τού W.K.C. Guthrie, Οι Σοφιστές, σ. 290-291, εκδόσεις Μ.Ι.Ε.Τ. 1991.(4) Πρέπει πάντως να είμαστε ιδιαίτερα επιφυλακτικοί σχετικά με τέτοιες «μαρτυρίες», οι οποίες προέρχονται εξ΄ ολοκλήρου από τον Πλούταρχο και τον Διογένη Λαέρτιο, ανθρώπους που έζησαν πέντε-έξι αιώνες μετά τα γεγονότα, ή «γεγονότα». Δεν υπάρχει ούτε μία από τις –πάμπολλες- πρωτογενείς ιστορικές πηγές, που να αναφέρουν κάτι περί δικαστικών διώξεων των φιλοσόφων. Οι «μαρτυρίες» του Πλουτάρχου και του Διογένη Λαέρτιου έχουν αποδυναμωθεί σε μεγάλο ποσοστό σήμερα ως αστήρικτες και αντιφατικές από πολλούς διακεκριμένους κλασικιστές όπως η Μαίρη Λέφκοβιτς, ο Τζον Μπαρνέτ κ.α.. Οι υποτιθέμενοι «διωγμοί» των φιλοσόφων στην αρχαία Αθήνα θεωρούνται σήμερα επινόηση των λογίων της ρωμαϊκής εποχής, προκειμένου να ηρωοποιηθεί ο καταδικασθείς Σωκράτης δια της μείωσης των Αθηναίων, ως δικομανούς όχλου που δήθεν δίωκε γενικώς τη φιλοσοφία. Για την ιστορία ας αναφέρουμε ότι ο Σωκράτης δεν καταδικάστηκε για τις αντιλήψεις του (μύθο τον οποίο «πέρασαν» εντέχνως διάφοροι πλατωνίζοντες λόγιοι και αναπαράγουν έκτοτε οι επίγονοί τους χριστιανοί παπάδες) αλλά, επειδή με τη διδασκαλία του είχε εκθρέψει τυράννους και προδότες της Αθήνας, όπως ο αιμοσταγής Κριτίας, ή ο Αλκιβιάδης. Για περισσότερα σχετικά με τις πιθανολογούμενες δικαστικές διώξεις των φιλοσόφων στην αρχαία Αθήνα βλ. το εξαιρετικό «Η δίκη του Σωκράτη» τού I. F. Stone, εκδόσεις Νέα Σύνορα –Λιβάνη.(5) «Περί μέν θεών ουκ έχω ειδέναι, ούθ’ ως εισίν ούθ’ ως ουκ εισίν ούθ’ οποίοί τινες ιδέαν: πολλά γάρ τά κωλύοντα ειδέναι ή τ’ αδηλότης καί βραχύς ών ο βίος τού ανθρώπου». (6) Π.χ. στον Ορέστη (418) απαντάται η αγνωστικιστική φράση «ό,τι κι αν είναι οι θεοί» και μάλιστα σε ένα σημείο του έργου όπου ασκείται τολμηρή κριτική στις θεϊκές δυνάμεις. Επίσης στον Βελλεροφόντη (απ. 286) εκφράζεται μια πλήρης έλλειψη πίστης στους θεούς, όπου δηλώνεται ευθέως ότι δεν υπάρχουν θεοί, αφού με μια απλή ματιά διαπιστώνεται ότι, οι τύραννοι και οι φαύλοι ευημερούν σε αντίθεση με τους ευσεβείς και ότι, μικρές πόλεις που τιμούν τους θεούς υποτάσσονται σε μεγαλύτερες και αλαζονικότερες. Επίσης στιςΘεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη μια γυναίκα κατηγορεί ευθέως τον Ευριπίδη για αθεϊα (450 κ.ε): «στις τραγωδίες του πείθει τούς ανθρώπους ότι οι θεοί δεν υπάρχουν». (7) Για μια αναλυτική παρουσίαση της θρησκευτικής παλινδρόμησης του 3ου αι. π.Χ., βλ. Ε.R. Dodds, Οι Έλληνες και το Παράλογο κεφ. 8, εκδόσεις Καρδαμίτσα, 1996.(8) Για περισσότερα βλ. A.-J. Festugiere, Ο Επίκουρος και οι θεοί του, σ. 39-41, εκδόσεις Θύραθεν, 1998.(9) Για μια αναλυτική παρουσίαση της σύγκλισης νεοπλατωνισμού και χριστιανισμού βλ. Ε.R. Dodds, Εθνικοί και Χριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1995.(10) Εκδόσεις Κάκτος, 1994
Θεόδωρος Α. Λαμπρόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου